Veerman van de Acheron
ze hebben je voorbeschikt
om lood in het hart te hebben
vleermuizen in de ogen
allen die vragen naar hun naasten
zeg jij dat je ze niet gezien hebt.
Maar ik kwam op een morgen
waarop het gras berijpt was
noch stapte ik de boot in
noch vroeg ik ergens om
ik sta alleen op de oever
om een lied voor jou te zingen.
De mier draagt een bril
en de stenen hebben baarden
en jij ongelukkige hebt
roeiriemen in zwarte drek
die zonet neerkwamen in het water
ze smelten als beschuitkoekjes
Στην Αθήνα μες το κέντρο φύτρωσε καινούργιο δέντρο έχει κόκκινα τα φύλλα και ολόγλυκα τα μήλα Σε πέντε έξι δεν αρέσει το χτυπάνε για να πέσει μα εκείνο δε λυγάει κι όλο φυλλωσιές πετάει
Γύρω του λαός κι εργάτες το φυλάνε με τις βάρδιες σ' ένα χρόνο σ' ένα μήνα θα σκεπάσει την Αθήνα
As many years I was searching you I never looked back with thread the
loneliness I was holding the dream
The days are magical into your
hug but show it, say it that you want me to be yours
You have a
long time to bring me flowers to tell me "I love you" with
songs into the body like a soul I lock you that you look at me into the
eyes and I melt
I was a thursty land and you fall, my
rain everything became spring and my life flourished
When you smile
at me I feel the love show it , say it with longing and passion.
Nooit op
zondag, officieel: De kinderen van Pireüs (Τα παιδιά του Πειραιά). Vereeuwigd door Melina Mercouri (Μελίνα Μερκούρη).
Aπ' το παράθυρό μου στέλνω ένα δύο και τρία και τέσσερα φιλιά που φτάνουν στο λιμάνι ένα και δύο και τρία και τέσσερα πουλιά
Πώς ήθελα να είχα ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά που σαν θα μεγαλώσουν όλα θα γίνουν λεβέντες για χάρη του Πειραιά
Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι τρελή να με 'χει κάνει, όσο τον Πειραιά Που όταν βραδιάζει, τραγούδια μ' αραδιάζει και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά
Aπό την πόρτα μου σαν βγω δεν υπάρχει κανείς που να μην τον αγαπώ και σαν το βράδυ κοιμηθώ, ξέρω πως ξέρω πως, πως θα τον ονειρευτώ
Πετράδια βάζω στο λαιμό, και μια χά- και μια χά-, και μια χάντρα φυλακτό γιατί τα βράδια καρτερώ, στο λιμάνι σαν βγω κάποιον άγνωστο να βρω
Vanuit mijn venster stuur ik 1-2-3-4 kussen; ze komen aan in de haven, 1-2-3-4 vogels.
Had ik maar 1-2- 3-4 kinderen die, als ze allemaal groot worden, knappe mannen zouden worden tot vreugde van Pireüs.
Hoe ik ook zoek, een andere haven vind ik niet, een die me gek heeft gemaakt zoals Pireüs. Als het avond wordt zet ze me liedjes op een rij, verandert ze van snaarklanken en vult ze zich met kinderen.
Als ik mijn deur uitga is er niemand die ik niet bemin en als ik 's avonds inslaap weet ik, weet ik dat ik van hem zal dromen.
Steentjes hang ik om mijn hals en een geluksparel want elke avond wacht ik in de haven en ga ik uit om een onbekende te vinden.